πλένομαι

умываюсь, умываться

глаголA1

[плЭномэ]
умываюсь

Подсказка

Умываюсь, моюсь — себя. Мыть что-то — πλένω (например, πλένω το αυτοκίνητο).

Формы

Настоящее

ЛицоФормаЗвук
εγώπλένομαι
εσύπλένεσαι
αυτός, αυτήπλένεται
εμείςπλενόμαστε
εσείςπλένεστε
αυτοί, αυτέςπλένονται

Прошедшее

ЛицоФорма
εγώπλενόμουν
εσύπλενόσουν
αυτός, αυτήπλενόταν
εμείςπλενόμασταν
εσείςπλενόσασταν
αυτοί, αυτέςπλένονταν

Прошедшее несовершенное (имперфект): действие длилось или повторялось. Однократное, завершённое — во вкладке «Аорист».

Аорист

ЛицоФорма
εγώπλύθηκα
εσύπλύθηκες
αυτός, αυτήπλύθηκε
εμείςπλυθήκαμε
εσείςπλυθήκατε
αυτοί, αυτέςπλύθηκαν

Будущее

Лицоθα + длительныйθα + однократный
εγώθα πλένομαιθα πλυθώ
εσύθα πλένεσαιθα πλυθείς
αυτός, αυτήθα πλένεταιθα πλυθεί
εμείςθα πλενόμαστεθα πλυθούμε
εσείςθα πλένεστεθα πλυθείτε
αυτοί, αυτέςθα πλένονταιθα πλυθούν

Сослагательное

Лицоνα + длительныйνα + однократный
εγώνα πλένομαινα πλυθώ
εσύνα πλένεσαινα πλυθείς
αυτός, αυτήνα πλένεταινα πλυθεί
εμείςνα πλενόμαστενα πλυθούμε
εσείςνα πλένεστενα πλυθείτε
αυτοί, αυτέςνα πλένονταινα πλυθούν

Повелительное

Лицооднократныйдлительный
εσύπλύσου—
εσείςπλυθείτε—

Примеры

  • Το πρωί πλένομαι και ντύνομαι.

    Утром я умываюсь и одеваюсь.

  • Ο γιος μου πλένεται στο μπάνιο.

    Мой сын умывается в ванной.

  • Πρώτα πλένομαι και μετά ντύνομαι.

    Сначала я умываюсь, а потом одеваюсь.

Правила

  • I спряжение, настоящее время на -ω
  • Будущее: θα + глагол
  • Аорист на -θηκα: παντρεύτηκα, κοιμήθηκα
  • θα / να от -ομαι: θα παντρευτούμε, να ετοιμαστείς
  • Два вида после να: να διαβάζω / να διαβάσω
  • Повелительное всех типов, в т. ч. -ομαι

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно