ντύνομαι

одеваюсь, одеваться

глаголA1

[дИномэ]
одеваюсь

Подсказка

Себя — ντύνομαι. Одевать кого-то — ντύνω: ντύνω το παιδί.

Формы

Настоящее

ЛицоФормаЗвук
εγώντύνομαι
εσύντύνεσαι
αυτός, αυτήντύνεται
εμείςντυνόμαστε
εσείςντύνεστε
αυτοί, αυτέςντύνονται

Прошедшее

ЛицоФорма
εγώντυνόμουν
εσύντυνόσουν
αυτός, αυτήντυνόταν
εμείςντυνόμασταν
εσείςντυνόσασταν
αυτοί, αυτέςντύνονταν

Прошедшее несовершенное (имперфект): действие длилось или повторялось. Однократное, завершённое — во вкладке «Аорист».

Аорист

ЛицоФормаЗвук
εγώντύθηκα
εσύντύθηκες
αυτός, αυτήντύθηκε
εμείςντυθήκαμε
εσείςντυθήκατε
αυτοί, αυτέςντύθηκαν

Будущее

Лицоθα + длительныйθα + однократный
εγώθα ντύνομαιθα ντυθώ
εσύθα ντύνεσαιθα ντυθείς
αυτός, αυτήθα ντύνεταιθα ντυθεί
εμείςθα ντυνόμαστεθα ντυθούμε
εσείςθα ντύνεστεθα ντυθείτε
αυτοί, αυτέςθα ντύνονταιθα ντυθούν

Сослагательное

Лицоνα + длительныйνα + однократный
εγώνα ντύνομαινα ντυθώ
εσύνα ντύνεσαινα ντυθείς
αυτός, αυτήνα ντύνεταινα ντυθεί
εμείςνα ντυνόμαστενα ντυθούμε
εσείςνα ντύνεστενα ντυθείτε
αυτοί, αυτέςνα ντύνονταινα ντυθούν

Повелительное

Лицооднократныйдлительный
εσύντύσου—
εσείςντυθείτε—

Примеры

  • Η κόρη μου ντύνεται στο δωμάτιό της.

    Моя дочь одевается в своей комнате.

  • Το πρωί πλένομαι και ντύνομαι.

    Утром я умываюсь и одеваюсь.

  • Εσύ ντύνεσαι στο μπάνιο;

    Ты одеваешься в ванной?

  • Πρώτα πλένομαι και μετά ντύνομαι.

    Сначала я умываюсь, а потом одеваюсь.

  • Ντύνομαι γρήγορα και φεύγω.

    Я быстро одеваюсь и ухожу.

Правила

  • Аорист на -θηκα: παντρεύτηκα, κοιμήθηκα
  • θα / να от -ομαι: θα παντρευτούμε, να ετοιμαστείς
  • Повелительное всех типов, в т. ч. -ομαι
  • I спряжение, настоящее время на -ω
  • Будущее: θα + глагол
  • Два вида после να: να διαβάζω / να διαβάσω

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно