ερωτεύομαι

влюбляюсь

глаголA2

[эротЭвомэ]

Подсказка

В кого — винительный без предлога: Την ερωτεύτηκα αμέσως — «я сразу в неё влюбился». А «влюблён в…» — ερωτευμένος με (A1).

Формы

Настоящее

ЛицоФормаЗвук
εγώερωτεύομαι
εσύερωτεύεσαι
αυτός, αυτήερωτεύεται
εμείςερωτευόμαστε
εσείςερωτεύεστε
αυτοί, αυτέςερωτεύονται

Прошедшее

ЛицоФорма
εγώερωτευόμουν
εσύερωτευόσουν
αυτός, αυτήερωτευόταν
εμείςερωτευόμασταν
εσείςερωτευόσασταν
αυτοί, αυτέςερωτεύονταν

Прошедшее несовершенное (имперфект): действие длилось или повторялось. Однократное, завершённое — во вкладке «Аорист».

Аорист

ЛицоФорма
εγώερωτεύτηκα
εσύερωτεύτηκες
αυτός, αυτήερωτεύτηκε
εμείςερωτευτήκαμε
εσείςερωτευτήκατε
αυτοί, αυτέςερωτεύτηκαν

Будущее

Лицоθα + длительныйθα + однократный
εγώθα ερωτεύομαιθα ερωτευτώ
εσύθα ερωτεύεσαιθα ερωτευτείς
αυτός, αυτήθα ερωτεύεταιθα ερωτευτεί
εμείςθα ερωτευόμαστεθα ερωτευτούμε
εσείςθα ερωτεύεστεθα ερωτευτείτε
αυτοί, αυτέςθα ερωτεύονταιθα ερωτευτούν

Сослагательное

Лицоνα + длительныйνα + однократный
εγώνα ερωτεύομαινα ερωτευτώ
εσύνα ερωτεύεσαινα ερωτευτείς
αυτός, αυτήνα ερωτεύεταινα ερωτευτεί
εμείςνα ερωτευόμαστενα ερωτευτούμε
εσείςνα ερωτεύεστενα ερωτευτείτε
αυτοί, αυτέςνα ερωτεύονταινα ερωτευτούν

Повелительное

У ερωτεύομαι нет форм «Повелительное».

Примеры

  • Ο αδερφός μου ερωτεύεται πολύ γρήγορα.

    Мой брат очень быстро влюбляется.

  • Ο φίλος μου ερωτεύτηκε αμέσως μια κοπέλα από την Πάφο.

    Мой друг сразу влюбился в девушку из Пафоса.

  • Την ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά.

    Я влюбился в неё с первого взгляда.

Правила

  • Аорист на -θηκα: παντρεύτηκα, κοιμήθηκα
  • I спряжение, настоящее время на -ω
  • Будущее: θα + глагол
  • θα / να от -ομαι: θα παντρευτούμε, να ετοιμαστείς
  • Два вида после να: να διαβάζω / να διαβάσω
  • Повелительное всех типов, в т. ч. -ομαι

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно