αρραβωνιάζομαι

обручаюсь, становлюсь женихом / невестой

глаголA2

[аравонЯзомэ]

Подсказка

Пишется с двумя ρ: αρραβωνιάζομαι, ο αρραβώνας «помолвка». -νιά- — один слог: αρ-ρα-βω-νιά-ζο-μαι. Αρραβωνιαστήκαμε με τη Θεοδώρα — «мы с Теодорой обручились».

Формы

Настоящее

ЛицоФормаЗвук
εγώαρραβωνιάζομαι
εσύαρραβωνιάζεσαι
αυτός, αυτήαρραβωνιάζεται
εμείςαρραβωνιαζόμαστε
εσείςαρραβωνιάζεστε
αυτοί, αυτέςαρραβωνιάζονται

Прошедшее

ЛицоФорма
εγώαρραβωνιαζόμουν
εσύαρραβωνιαζόσουν
αυτός, αυτήαρραβωνιαζόταν
εμείςαρραβωνιαζόμασταν
εσείςαρραβωνιαζόσασταν
αυτοί, αυτέςαρραβωνιάζονταν

Прошедшее несовершенное (имперфект): действие длилось или повторялось. Однократное, завершённое — во вкладке «Аорист».

Аорист

ЛицоФорма
εγώαρραβωνιάστηκα
εσύαρραβωνιάστηκες
αυτός, αυτήαρραβωνιάστηκε
εμείςαρραβωνιαστήκαμε
εσείςαρραβωνιαστήκατε
αυτοί, αυτέςαρραβωνιάστηκαν

Будущее

Лицоθα + длительныйθα + однократный
εγώθα αρραβωνιάζομαιθα αρραβωνιαστώ
εσύθα αρραβωνιάζεσαιθα αρραβωνιαστείς
αυτός, αυτήθα αρραβωνιάζεταιθα αρραβωνιαστεί
εμείςθα αρραβωνιαζόμαστεθα αρραβωνιαστούμε
εσείςθα αρραβωνιάζεστεθα αρραβωνιαστείτε
αυτοί, αυτέςθα αρραβωνιάζονταιθα αρραβωνιαστούν

Сослагательное

Лицоνα + длительныйνα + однократный
εγώνα αρραβωνιάζομαινα αρραβωνιαστώ
εσύνα αρραβωνιάζεσαινα αρραβωνιαστείς
αυτός, αυτήνα αρραβωνιάζεταινα αρραβωνιαστεί
εμείςνα αρραβωνιαζόμαστενα αρραβωνιαστούμε
εσείςνα αρραβωνιάζεστενα αρραβωνιαστείτε
αυτοί, αυτέςνα αρραβωνιάζονταινα αρραβωνιαστούν

Повелительное

У αρραβωνιάζομαι нет форм «Повелительное».

Примеры

  • Η κόρη τους αρραβωνιάζεται την Κυριακή.

    Их дочь в воскресенье обручается.

  • Πότε αρραβωνιαστήκατε εσύ και η κοπέλα σου;

    Когда вы с твоей девушкой обручились?

  • Αρραβωνιαστήκαμε με την κοπέλα μου την περασμένη Κυριακή.

    Мы с моей девушкой обручились в прошлое воскресенье.

  • Η κόρη μου θα αρραβωνιαστεί τον Μάιο.

    Моя дочь обручится в мае.

Правила

  • Аорист на -θηκα: παντρεύτηκα, κοιμήθηκα
  • θα / να от -ομαι: θα παντρευτούμε, να ετοιμαστείς
  • I спряжение, настоящее время на -ω
  • Будущее: θα + глагол
  • Два вида после να: να διαβάζω / να διαβάσω
  • Повелительное всех типов, в т. ч. -ομαι

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно