παντρεύομαι

женюсь, выхожу замуж

глаголA2

[пандрЭвомэ]

Подсказка

И о мужчине, и о женщине: Παντρεύεται τον Ιούνιο — «он женится / она выходит замуж в июне». На ком — с винительным или με: παντρεύτηκε τη Θεοδώρα / με τη Θεοδώρα. Без -ομαι, παντρεύω — «выдаю замуж, женю (детей)».

Формы

Настоящее

ЛицоФормаЗвук
εγώπαντρεύομαι
εσύπαντρεύεσαι
αυτός, αυτήπαντρεύεται
εμείςπαντρευόμαστε
εσείςπαντρεύεστε
αυτοί, αυτέςπαντρεύονται

Прошедшее

ЛицоФорма
εγώπαντρευόμουν
εσύπαντρευόσουν
αυτός, αυτήπαντρευόταν
εμείςπαντρευόμασταν
εσείςπαντρευόσασταν
αυτοί, αυτέςπαντρεύονταν

Прошедшее несовершенное (имперфект): действие длилось или повторялось. Однократное, завершённое — во вкладке «Аорист».

Аорист

ЛицоФормаЗвук
εγώπαντρεύτηκα
εσύπαντρεύτηκες
αυτός, αυτήπαντρεύτηκε
εμείςπαντρευτήκαμε
εσείςπαντρευτήκατε
αυτοί, αυτέςπαντρεύτηκαν

Будущее

Лицоθα + длительныйθα + однократный
εγώθα παντρεύομαιθα παντρευτώ
εσύθα παντρεύεσαιθα παντρευτείς
αυτός, αυτήθα παντρεύεταιθα παντρευτεί
εμείςθα παντρευόμαστεθα παντρευτούμε
εσείςθα παντρεύεστεθα παντρευτείτε
αυτοί, αυτέςθα παντρεύονταιθα παντρευτούν

Сослагательное

Лицоνα + длительныйνα + однократный
εγώνα παντρεύομαινα παντρευτώ
εσύνα παντρεύεσαινα παντρευτείς
αυτός, αυτήνα παντρεύεταινα παντρευτεί
εμείςνα παντρευόμαστενα παντρευτούμε
εσείςνα παντρεύεστενα παντρευτείτε
αυτοί, αυτέςνα παντρεύονταινα παντρευτούν

Повелительное

Лицооднократныйдлительный
εσύπαντρέψου—
εσείςπαντρευτείτε—

Примеры

  • Ο φίλος μου και η κοπέλα του παντρεύονται τον Ιούνιο.

    Мой друг и его девушка женятся в июне.

  • Παντρευτήκαμε πριν από δώδεκα χρόνια.

    Мы поженились двенадцать лет назад.

  • Η αδερφή μου παντρεύτηκε πέρσι τον Μάιο.

    Моя сестра вышла замуж в прошлом году, в мае.

  • Θα παντρευτούμε τον Ιούνιο, στο χωριό.

    Мы поженимся в июне, в деревне.

  • Πότε θα παντρευτείτε εσείς;

    А вы когда поженитесь?

Правила

  • Аорист на -θηκα: παντρεύτηκα, κοιμήθηκα
  • θα / να от -ομαι: θα παντρευτούμε, να ετοιμαστείς
  • I спряжение, настоящее время на -ω
  • Будущее: θα + глагол
  • Два вида после να: να διαβάζω / να διαβάσω
  • Повелительное всех типов, в т. ч. -ομαι

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно