μεταχειρισμένος, μεταχειρισμένη, μεταχειρισμένο

подержанный

прилагательноеA2

[мэтахиризмЭнос]

Подсказка

Μεταχειρισμένο αυτοκίνητο — «подержанная машина», не новая. σμ читается «зм»: «мэтахиризмЭнос».

Формы

Ед. ч.
ПадежМ. р.Ж. р.Ср. р.
Им.μεταχειρισμένοςμεταχειρισμένημεταχειρισμένο
Род.μεταχειρισμένουμεταχειρισμένηςμεταχειρισμένου
Вин.μεταχειρισμένομεταχειρισμένημεταχειρισμένο
Зв.μεταχειρισμένεμεταχειρισμένημεταχειρισμένο
Мн. ч.
ПадежМ. р.Ж. р.Ср. р.
Им.μεταχειρισμένοιμεταχειρισμένεςμεταχειρισμένα
Род.μεταχειρισμένωνμεταχειρισμένωνμεταχειρισμένων
Вин.μεταχειρισμένουςμεταχειρισμένεςμεταχειρισμένα
Зв.μεταχειρισμένοιμεταχειρισμένεςμεταχειρισμένα

Примеры

  • Ψάχνω ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, γιατί ένα καινούριο είναι πολύ ακριβό.

    Я ищу подержанную машину, потому что новая очень дорогая.

  • Το μεταχειρισμένο δεν είναι τόσο ακριβό όσο το καινούριο.

    Подержанная не такая дорогая, как новая.

Правила

  • Существительное в винительном: -ος → -ο, -ας → -α, -ης → -η
  • Прилагательные: согласование в роде
  • Множественное число существительных: именительный падеж
  • Звательный падеж: обращение
  • Родительный падеж единственного числа: принадлежность
  • Множественное число существительных: винительный падеж

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно