διορθώνω

исправляю

глаголA2

[ðиорθОно]
исправляю

Подсказка

Διορθώνω τα λάθη — исправляю ошибки. Аорист — διόρθωσα. Δι перед гласной — отдельный слог: δι-ορ-θώ-νω.

Формы

Настоящее

ЛицоФормаЗвук
εγώδιορθώνω
εσύδιορθώνεις
αυτός, αυτήδιορθώνει
εμείςδιορθώνουμε
εσείςδιορθώνετε
αυτοί, αυτέςδιορθώνουν

Прошедшее

ЛицоФорма
εγώδιόρθωνα
εσύδιόρθωνες
αυτός, αυτήδιόρθωνε
εμείςδιορθώναμε
εσείςδιορθώνατε
αυτοί, αυτέςδιόρθωναν

Прошедшее несовершенное (имперфект): действие длилось или повторялось. Однократное, завершённое — во вкладке «Аорист».

Аорист

ЛицоФорма
εγώδιόρθωσα
εσύδιόρθωσες
αυτός, αυτήδιόρθωσε
εμείςδιορθώσαμε
εσείςδιορθώσατε
αυτοί, αυτέςδιόρθωσαν

Будущее

Лицоθα + длительныйθα + однократный
εγώθα διορθώνωθα διορθώσω
εσύθα διορθώνειςθα διορθώσεις
αυτός, αυτήθα διορθώνειθα διορθώσει
εμείςθα διορθώνουμεθα διορθώσουμε
εσείςθα διορθώνετεθα διορθώσετε
αυτοί, αυτέςθα διορθώνουνθα διορθώσουν

Сослагательное

Лицоνα + длительныйνα + однократный
εγώνα διορθώνωνα διορθώσω
εσύνα διορθώνειςνα διορθώσεις
αυτός, αυτήνα διορθώνεινα διορθώσει
εμείςνα διορθώνουμενα διορθώσουμε
εσείςνα διορθώνετενα διορθώσετε
αυτοί, αυτέςνα διορθώνουννα διορθώσουν

Повелительное

Лицооднократныйдлительный
εσύδιόρθωσεδιόρθωνε
εσείςδιορθώστεδιορθώνετε

Примеры

  • Το πρόχειρο έχει ακόμα πολλά λάθη: πρέπει να το διορθώσω.

    В черновике ещё много ошибок: мне нужно его исправить.

  • Η δασκάλα μας είναι αυτή που μας διορθώνει την προφορά.

    Наша учительница — та, кто поправляет нам произношение.

  • Στο τέλος διαβάζω το γράμμα και διορθώνω την ορθογραφία.

    В конце я перечитываю письмо и исправляю орфографию.

Правила

  • I спряжение, настоящее время на -ω
  • θέλω / μπορώ / πρέπει + να + глагол
  • Будущее: θα + глагол
  • Будущее «сделаю»: θα + вторая форма
  • Прошедшее время правильных глаголов: έ- и -σα
  • Два вида после να: να διαβάζω / να διαβάσω

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно