στενοχωριέμαι

расстраиваюсь, огорчаюсь

глаголA2

[стэнохорьЕмэ]

Подсказка

Μη στενοχωριέσαι / Μη στενοχωριέστε — «не расстраивайся / не расстраивайтесь». Ударное -ιέ- — один слог: στε-νο-χω-ριέ-μαι. Родня — η στενοχώρια «огорчение».

Формы

Настоящее

ЛицоФормаЗвук
εγώστενοχωριέμαι
εσύστενοχωριέσαι
αυτός, αυτήστενοχωριέται
εμείςστενοχωριόμαστε
εσείςστενοχωριέστε
αυτοί, αυτέςστενοχωριούνται

Прошедшее

ЛицоФорма
εγώστενοχωριόμουν
εσύστενοχωριόσουν
αυτός, αυτήστενοχωριόταν
εμείςστενοχωριόμασταν
εσείςστενοχωριόσασταν
αυτοί, αυτέςστενοχωριόνταν

Прошедшее несовершенное (имперфект): действие длилось или повторялось. Однократное, завершённое — во вкладке «Аорист».

Аорист

ЛицоФорма
εγώστενοχωρήθηκα
εσύστενοχωρήθηκες
αυτός, αυτήστενοχωρήθηκε
εμείςστενοχωρηθήκαμε
εσείςστενοχωρηθήκατε
αυτοί, αυτέςστενοχωρήθηκαν

Будущее

Лицоθα + длительныйθα + однократный
εγώθα στενοχωριέμαιθα στενοχωρηθώ
εσύθα στενοχωριέσαιθα στενοχωρηθείς
αυτός, αυτήθα στενοχωριέταιθα στενοχωρηθεί
εμείςθα στενοχωριόμαστεθα στενοχωρηθούμε
εσείςθα στενοχωριέστεθα στενοχωρηθείτε
αυτοί, αυτέςθα στενοχωριούνταιθα στενοχωρηθούν

Сослагательное

Лицоνα + длительныйνα + однократный
εγώνα στενοχωριέμαινα στενοχωρηθώ
εσύνα στενοχωριέσαινα στενοχωρηθείς
αυτός, αυτήνα στενοχωριέταινα στενοχωρηθεί
εμείςνα στενοχωριόμαστενα στενοχωρηθούμε
εσείςνα στενοχωριέστενα στενοχωρηθείτε
αυτοί, αυτέςνα στενοχωριούνταινα στενοχωρηθούν

Повелительное

У στενοχωριέμαι нет форм «Повелительное».

Примеры

  • Η γιαγιά μου στενοχωριέται, όταν δεν της τηλεφωνώ.

    Моя бабушка расстраивается, когда я ей не звоню.

  • Στενοχωριόμαστε, όταν τα παιδιά είναι άρρωστα.

    Мы расстраиваемся, когда дети болеют.

  • Στενοχωρήθηκα πολύ, όταν έμαθα για το ατύχημα.

    Я очень расстроился, когда узнал об аварии.

Правила

  • Глаголы на -ιέμαι: στενοχωριέμαι, παραπονιέμαι

Не путать

Учите в GreekLang

Короткие уроки с озвучкой и повторение, которое возвращает слова вовремя. Уровень A0 — бесплатно.

Начать бесплатно